διακάλισις

διακᾰλ-ῑσις, εως, ,
A transportation by means of rollers, IG4.742.12 ([place name] Hermione).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • παρκάλισις — ἡ, Α η μεταφορά, η μετακόμιση αντικειμένων με τη βοήθεια κυλίνδρων ή τροχών, το κύλισμα, η κυλίνδηση, αλλ. διακάλισις. [ΕΤΥΜΟΛ. < πάρ, συγκεκομμένος τ. τής πρόθεσης παρά* + κάλισις πιθ. < θ. αορ. δια καλίσαι που συνδέεται με το ρ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.